• Τηλ. Ιατρείου:
  • 210 6997916

Αυτοάνοσα Ρευματικά Νοσήματα

Η 29η Οκτωβρίου καθιερώθηκε ως «Παγκόσμια Ημέρα Ψωρίασης» το 2004.

Η ψωρίαση είναι μία αυτοάνοση χρόνια φλεγμονώδης νόσος του δέρματος, που προκαλεί ερυθρές κνησμώδεις πλάκες, που συχνά καλύπτονται με λευκά ή ασημί λέπια.

Ιστορικά Στοιχεία: Ο Γαληνός, πρώτος ανέφερε τον όρο ψωρίαση, ενώ περιγραφές ασθενών που οι βλάβες τους έμοιαζαν με ψωρίαση, αναφέρονται επίσης, τόσο από τον Ιπποκράτη όσο και στην Παλαιά Διαθήκη.

H λέξη ψωρίαση προέρχεται από την Ελληνική λέξη ψώρος, που σημαίνει λέπι. Επηρεάζει εξίσου άνδρες και γυναίκες και η ηλικία αιχμής έναρξης είναι 35 - 50 ετών.

Το 10% έως 30% με ψωρίαση θα μεταπέσουν σε ψωριασική αρθρίτιδα, ενώ στο 70% η αρθρίτιδα ακολουθεί την εμφάνιση της Ψωρίασης.

Η δερματική ψωρίαση μπορεί να προηγείται αρκετά έτη (έως και 35), ( ΜΟ: 7 έτη). Στο 15% τα δύο νοσήματα εκδηλώνονται στο ίδιο έτος, ενώ στο 10% η αρθρίτιδα προηγείται της ψωρίασης, η οποία εμφανίζεται συνήθως στα επόμενα δύο έτη.

Περίπου 250.000 άνθρωποι στην Ελλάδα πάσχουν από ψωρίαση.

Παθογένεση Ψωρίασης

Εμπλέκονται πολύπλοκα ανοσολογικά μονοπάτια:

  • υπέρμετρη, παρεκλίνουσα φλεγμονώδης αντίδραση
  • ιστική βλάβη
  • υπερπλασία κερατινοκυττάρων δέρματος
  • αγγειοβρίθεια
  • συσσώρευση φλεγμονωδών κυττάρων

Εμπλέκεται Δίκτυο κυτταροκινών με ειδικά σηματοδοτικά μονοπάτια του ανοσοποιητικού συστήματος με αποτέλεσμα το δέρμα να είναι ευάλωτο σε μηχανικό stress και μικροτραυματισμούς (Φαινόμενο Koebner). Περιβαλλοντικοί και γενετικοί παράγοντες επιδρούν στην εμφάνιση της ψωρίασης.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι ψωρίασης

Ψωρίαση κατά πλάκας: Ο πιο κοινός τύπος ψωρίασης, προκαλεί ξηρές, ανυψωμένες δερματικές πλάκες καλυμμένες με λέπια

Ψωρίαση νυχιών (ονυχολυσία): Η ψωρίαση μπορεί να επηρεάσει τα νύχια των χεριών και των ποδιών, προκαλώντας κοιλώματα, μη φυσιολογική ανάπτυξη των νυχιών και αποχρωματισμό

Ανάστροφη ψωρίαση: Η ανάστροφη ψωρίαση προσβάλλει κυρίως τις δερματικές πτυχές της βουβωνικής χώρας, των γλουτών και του μαστού. Προκαλεί λείες κηλίδες φλεγμονώδους δέρματος που επιδεινώνονται με την τριβή και την εφίδρωση

Φλυκταινώδης ψωρίαση: Η φλυκταινώδης ψωρίαση, ένας σπάνιος τύπος, προκαλεί σαφώς καθορισμένες φουσκάλες γεμάτες πύον

Ερυθροδερμική ψωρίαση: Ο λιγότερο κοινός τύπος ψωρίασης, μπορεί να καλύψει ολόκληρο το σώμα με ένα απολεπιστικό εξάνθημα που μπορεί να προκαλέσει κνησμό.

Σταγονοειδής ψωρίαση: απαντάται σε ποσοστό μικρότερο του 10% των περιπτώσεων. Εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά ή νεαρούς ενήλικες μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού (στρεπτοκοκκική λοίμωξη). Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές, μικρές διάσπαρτες, σταγονοειδείς πλάκες με διάμετρο ˂2 εκ. Ο συγκεκριμένος τύπος ψωρίασης έχει πολύ καλή πρόγνωση

Διάγνωση

Αξιολογείται η έκταση, ο αριθμός, η μορφολογία και η ανατομική θέση των βλαβών. Απαιτείται λήψη καλού ιστορικού προκειμένου να διαγνωστούν πιθανές συννοσηρότητες, ενώ σε αμφίβολες περιπτώσεις η διάγνωση επιβεβαιώνεται με βιοψία δέρματος.

Ασθένειες που συνδέονται με την ψωρίαση

Εκτός από την ψωριασική αρθρίτιδα, η ψωρίαση έχει συσχετιστεί και με άλλα νοσήματα:

  • Αρτηριακή Υπέρταση
  • Σακχαρώδη Διαβήτη
  • Καρδιαγγειακά νοσήματα
  • Μεταβολικό σύνδρομο
  • Διάφορα άλλα αυτοάνοσα νοσήματα
  • Φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου
  • Ψυχιατρικές παθήσεις και κατάθλιψη
  • Παχυσαρκία

Η ψωρίαση αποτελεί μια συστηματική νοσολογική οντότητα με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής αλλά και στο προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών. Στόχος λοιπόν της θεραπευτικής προσέγγισης δεν είναι η αντιμετώπιση μόνο των δερματικών βλαβών, αλλά και των συστηματικών εκδηλώσεων και συννοσηροτήτων.

Θεραπεία

Η επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης εξαρτάται από την κλινική μορφή της νόσου, τη βαρύτητα αυτής, την έκταση του σώματος που έχει προσβληθεί, την επίδραση στην ποιότητα ζωής του ασθενούς, τις πιθανές συννοσηρότητες που υπάρχουν και τα συγχορηγούμενα φάρμακα.

Ορισμένες θεραπείες είναι:

Τοπική αγωγή με ειδικά σκευάσματα, εφαρμογή, δηλαδή, τοπικών κρεμών και αλοιφών. Συνηθέστερα χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή, καλσιποτριόλη, καλσιτριόλη, μαλακτικά, κερατολυτικά φάρμακα. Αποτελούν θεραπευτική επιλογή στις περιπτώσεις που οι βλάβες έχουν περιορισμένη έκταση, αλλά χρησιμοποιούνται και σαν συμπληρωματική αγωγή ή σαν αγωγή συντήρησης.

Συστηματική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή. Κυρίως χορηγούνται μεθοτρεξάτη, κυκλοσπορίνη. Απαιτείται τακτική παρακολούθηση του ασθενή και συχνός εργαστηριακός έλεγχος.

Θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες. Η χορήγησή τους προτιμάται στις σοβαρές μορφές της ψωρίασης, όταν οι κλασικές θεραπείες δεν έχουν αποτέλεσμα. Αποτελούν στοχευμένη θεραπεία και αποτελεσματική. Για παράδειγμα η

Κυταροκίνη :Ιντερλευκίνη 23 ( IL23 ) εμπλέκεται με ποικίλο τρόπο στην παθογένεια της νόσου.

Τα φαρμακευτικά σκευάσματα που αναστέλλουν την παραγωγή της αποτελούν σήμερα μια από τις πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις της ψωρίασης.

Είναι αποδεδειγμένο ότι η ψωρίαση επηρεάζει πολλές πλευρές της ποιότητας ζωής δυσκολεύοντας την καθημερινή λειτουργικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την επαγγελματική σταδιοδρομία.

Αν και η ψωρίαση σπανίως είναι έντονα απειλητική για τη ζωή, έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Λόγω της ορατότητας της νόσου, η ψωρίαση μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στρες, άγχους, θυμού και κατάθλιψης.

Συμπερασματικά

Ως χρόνιο νόσημα συνιστάται τακτική ιατρική παρακολούθηση προκειμένου η νόσος να μπει και να παραμείνει σε ύφεση.

Προοπτικές

  • Σχεδιασμός και ανάπτυξη πιο επιλεκτικών στόχων
  • Αναζήτηση ιδανικών φαρμάκων
  • Εξατομικευμένη θεραπεία

Ως «σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα» ΣΚΣ, χαρακτηρίζεται η νευροπάθεια του μέσου νεύρου, η οποία προκαλεί παραισθησίες, πόνο, αιμωδία και άλλα συμπτώματα στην κατανομή του μέσου νεύρου.

Το ΣΚΣ είναι μία από τις συχνότερες συμπιεστικές νευροπάθειες των άνω άκρων και το 95% περίπου όλων των παγιδευτικών νευροπαθειών καθώς και ο συχνότερος τύπος νοσημάτων από επανειλημμένες κακώσεις.

Το ΣΚΣ θεωρείται ότι οφείλεται σε συμπίεση του μέσου νεύρου σε κάποιο σημείο της διέλευσής του μέσα από τον καρπιαίο σωλήνα. Εικ.1

img 01 13 09 2022

Το μέσο νεύρο σχηματίζεται από τη συνένωση των έξω και έσω χορδών του βραχιονίου πλέγματος και φέρει ίνες, τόσο κινητικές, όσο και αισθητικές, προερχόμενες από το 6ο, 7ο και 8ο αυχενικό και 1ο θωρακικό σπονδυλικό τμήμα.

Οι κινητικές ίνες νευρώνουν όλους τους μυς της πρόσθιας επιφάνειας του αντιβραχίου, εκτός από τον ωλένιο καμπτήρα του καρπού και το ωλένιο ήμισυ του εν τω βάθει καμπτήρα των δακτύλων.

Οι αισθητικές ίνες του μέσου νεύρου νευρώνουν την παλαμιαία επιφάνεια των 3 ½ πρώτων δακτύλων (αντίχειρα, δείκτη, μέσου και κερκιδικού ημίσεος του παραμέσου).                  

img 02 13 09 2022

Πού οφείλεται το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα;

Οι αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα ποικίλλουν:

  • Στενός σωλήνας: Υπάρχουν ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν εκ γενετής στενό καρπιαίο σωλήνα
  • Χρόνια επιβάρυνση του χεριού: Άτομα με χειρωνακτικό επάγγελμα προσβάλλονται 3 – 7 φορές συχνότερα
  • Τραυματισμοί: Το κάταγμα της κερκίδας περιφερικά μπορεί να προκαλέσει το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
  • Φλεγμονές: Τενοντοπάθειες στους 9 τένοντες που περιβάλλουν το νεύρο μπορούν να ασκήσουν πίεση
  • Αυτοάνοσα Ρευματικά νοσήματα:
    Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Η φλεγμονή του θυλάκου της άρθρωσης ή του ελύτρου των τενόντων, που παρουσιάζουν οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα μπορεί να προκαλέσει το σύνδρομο
    Το ΣΚΣ είναι συχνό ακόμα και σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη. Λύκο και μερικές φορές η πρώτη εκδήλωση της νόσου
  • Νεφρική ανεπάρκεια: Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση παρουσιάζουν συχνότερα σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
  • Μεταβολικά νοσήματα-διαταραχές: Παθήσεις όπως ο διαβήτης, υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, η παχυσαρκία και οι γυναίκες κατά την κύηση, συνοδεύονται από υψηλή πιθανότητα εκδήλωσης του συνδρόμου

Η νόσος αφορά κυρίως τις γυναίκες και λιγότερο τους άνδρες.

Πώς εκδηλώνεται το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;

Κυρίαρχο σύμπτωμα του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα είναι οι διαλείπουσες αιμωδίες του αντίχειρα, του δείκτη, του μέσου και του ημίσεως (κερκιδικού) του παραμέσου δακτύλου, δηλ. στις περιοχές οι οποίες νευρώνονται από το μέσο νεύρο, ενώ το μικρό δάκτυλο σπάνια προσβάλλεται, δεδομένου ότι νευρώνεται από το ωλένιο νεύρο. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, μπορεί να προσβληθούν όλα τα δάκτυλα εάν ταυτόχρονα έχει προσβληθεί και το ωλένιο νεύρο.

Οι αιμωδίες εμφανίζονται χαρακτηριστικά συνήθως το βράδυ.

Διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με την καλή κλινική εξέταση. Απαραίτητο είναι να αποκλειστούν διάφορες παθήσεις που μοιάζουν με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα γιατί:

  1. Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μπορεί να είναι η πρώτη εκδήλωση ενός ρευματικού ή άλλου νοσήματος ή να είναι μέρος των εκδηλώσεων ενός ήδη γνωστού ή άγνωστου ρευματικού νοσήματος
  2. Ο ασθενής μπορεί να μην έχει σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, αλλά κάποια άλλη πάθηση που μοιάζει με αυτό, π.χ. το μούδιασμα των χεριών να προέρχεται από πίεση άλλων νεύρων, όπως π.χ. η ριζαλγία (δηλ. συμπίεση των νευρικών ριζών από δισκοπάθεια ή κήλη αυχενικού δίσκου)
  3. Το οίδημα (υποκειμενικό) που προκαλεί το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα στα χέρια αποδίδεται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα ή άλλα ρευματικά νοσήματα και παραπέμπεται στο ρευματολόγο
  4. Ο ασθενής, εκτός από το γνωστό μούδιασμα, μπορεί να έχει και πόνο στην περιοχή του καρπού, ο οποίος αποδίδεται σε αρθρίτιδα από ρευματικό νόσημα

Θεραπεία

Εξαρτάται από το αν το ΣΚΣ είναι πρωτοπαθές ή δευτεροπαθές

Αν οφείλεται σε κάποια υποκείμενη νόσο απαιτείται αντιμετώπισή της

Συμπερασματικά

Μόλις διαγνωστεί το ΣΚΣ δεν πρέπει να προβαίνουμε αμέσως σε χειρουργική επέμβαση, αλλά να λαμβάνεται ένα πλήρες ιστορικό του ασθενούς ώστε να διαπιστώνεται ή να αποκλείεται η ύπαρξη κάποιου νοσήματος που είναι δυνατόν να προκαλεί την εμφάνιση του συνδρόμου.

Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα μπορεί να είναι η πρώτη εκδήλωση ενός Αυτοάνοσου Ρευματικού ή άλλου νοσήματος ή να είναι μέρος των εκδηλώσεων ενός ήδη γνωστού ή άγνωστου ρευματικού νοσήματος.

Οι «αόρατες» αλλά πραγματικές επιπτώσεις του συνδρόμου στην υγεία

Παγκόσμια Ημέρα του Συνδρόμου Sjögren, η οποία εορτάζεται κάθε χρόνο στις 23 Ιουλίου, ημέρα γενεθλίων του Dr. Henrik Sjögren, Οφθαλμίατρου από την Σουηδία, που διέγνωσε για πρώτη φορά το νόσημα το 1933.

Το σύνδρομο Sjogren ή Αυτοάνοση Επιθηλιίτιδα είναι ένα Αυτοάνοσο Ρευματικό νόσημα που προσβάλλει τους εξωκρινείς αδένες, όπως είναι οι δακρυϊκοί και οι σιελογόνοι αδένες.

Το σύνδρομο Sjogren μπορεί να εμφανιστεί είτε μόνο του ή να συνυπάρχει με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα όπως είναι η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα , ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος , το Συστηματικό Σκληρόδερμα κα. Προσβάλει κυρίως γυναίκες μέσης ηλικίας και θεωρείται το δεύτερο σε συχνότητα συστηματικό, αυτοάνοσο νόσημα μετά την ρευματοειδή αρθρίτιδα προσβάλλοντας το 0,1% -0,3% του γενικού πληθυσμού.

Παρά το γεγονός ότι είναι ένα από τα πιο κοινά αυτοάνοσα νοσήματα, το Σύνδρομο Sjögren είναι υποδιαγνωσμένο, με το 75% των ασθενών να μην έχει ακόμα διαγνωστεί.

Tα συμπτώματα ποικίλλουν από άτομο σε άτομο και εμφανίζεται συχνά μαζί με κάποια άλλη ασθένεια ή μιμείται άλλες (όπως Σ.Ε.Λ., ρευματοειδή αρθρίτιδα, εμμηνόπαυση, αλλεργίες ή σκλήρυνση κατά πλάκας).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Sjogren

Τα κύρια χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι η ξηροστομία και η ξηροφθαλμία.

  • Στις συνηθέστερες εξωαδενικές εκδηλώσεις του συνδρόμου Sjögren περιλαμβάνονται κατά σειρά συχνότητας:
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Πόνος στις αρθρώσεις
  • Αρθρίτιδα, δηλ. φλεγμονή στις αρθρώσεις, που εκδηλώνεται με πόνο και άλλα σημεία φλεγμονής, όπως διόγκωση, θερμότητα και ευαισθησία στην πίεση των αρθρώσεων
  • Δυσφαγία, δηλ. δυσκολία στην κατάποση στερεών και κυρίως ξηρών τροφών που οφείλεται σε ξηρότητα των βλεννογόνων του φάρυγγα και του οισοφάγου
  • Ξηροδερμία
  • Φαινόμενο Raynaud
  • Ναυτία, επιγαστραλγία

Ο ρευματολόγος μέσα από την κλινική εξέταση, το ιστορικό του ασθενούς και εργαστηριακό έλεγχο θα αποκλείσει άλλες αιτίες που προκαλούν ξηροστομία και ξηροφθαλμία όπως ο Σακχαρώδης Διαβήτης και ορισμένα φάρμακα (π.χ. αντικαταθλιπτικά)

Ξηροφθαλμία

Υπολογίζεται ότι 1 στους 10 ασθενείς με ξηροφθαλμία μπορεί να πάσχει από το σύνδρομο Sjögren.

Τα δάκρυα έχουν προστατευτικό ρόλο στο μάτι. Όταν λοιπόν δεν υπάρχουν αρκετά, τότε υπάρχει πόνος, κάψιμο, αίσθημα ότι υπάρχει κάτι μέσα στο μάτι και καμιά φορά θολή όραση ή προκαλούνται έλκη στον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού. Σημαντικό λοιπόν να διατηρείται η υγρασία του οφθαλμού.

Ξηροστομία

Η έλλειψη σάλιου πέρα από το ότι δυσκολεύει την ομιλία και την κατάποση, αλλάζει και την γεύση. Το σάλιο είναι σημαντικό για την προστασία των δοντιών οπότε είναι απαραίτητη η καλή στοματική υγιεινή, διαφορετικά προκύπτει περιοδοντίτιδα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε απώλεια δοντιών.

Ξηροδερμία

Το Sjogren δεν προκαλεί μόνο ξηροφθαλμία και ξηροστομία αλλά και ξηροδερμία. Η ενυδάτωση του δέρματος γίνεται και με την κατανάλωση νερού αλλά και με την τοπική επάλειψη κρέμας ή λαδιού σώματος.

Ξερή μύτη

Η ξερή μύτη δυσκολεύει την αναπνοή και μερικοί ασθενείς εμφανίζουν και ρινορραγίες.

Άλλα συμπτώματα

Οι γυναίκες μπορεί να έχουν ξηρότητα και στη γενετική περιοχή και η συμβολή του γυναικολόγου για την αποφυγή λοιμώξεων ή μικροτραυματισμών και πόνου κατά την επαφή είναι απαραίτητη.

Άλλα όργανα που μπορεί να προσβάλει είναι το δέρμα, οι αρθρώσεις και πιο σπάνια το ήπαρ, οι νεφροί, οι πνεύμονες και το νευρικό σύστημα.

Περίπου 3% - 5% των ασθενών με Σύνδρομο Sjogren μπορεί να αναπτύξει λέμφωμα. Γι΄ αυτή την τελευταία περίπτωση υπάρχουν ξεκάθαροι προδιαθεσικοί παράγοντες όπως η διόγκωση των παρωτίδων και η πορφύρα του δέρματος που εμφανίζονται στην έναρξη της νόσου.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Τα κυριότερα εργαστηριακά ευρήματα σε ασθενείς με σύνδρομο Sjögren είναι:

  • Αναιμία χρόνιας νόσου
  • Αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων
  • Θετικά αυτοαντισώματα (Αντιπυρηνικά αντισώματα, Αντι-Ro αντισώματα, Αντι-La αντισώματα, Ρευματοειδής παράγοντας)
  • Λεμφοπενία, Ουδετεροπενία, Θρομβοκυτταροπενία,
  • Υπεργαμμασφαιριναιμία

Θετική βιοψία ελάσσονος σιελογόνου αδένα κάτω χείλους τεκμηριώνει τη διάγνωση, κυρίως σε αμφίβολες περιπτώσεις και θεραπευτικά χορηγούνται ανοσοτροποιητικά φάρμακα ανάλογα με την κλινική έκφραση του συνδρόμου και τα όργανα τα οποία προσβάλει.

ΑΟΡΑΤΗ ΝΟΣΟΣ

Όπως και με άλλα αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα, στο σύνδρομο Sjogren, τα συμπτώματα μπορεί να μην είναι εμφανή στα αρχικά στάδια. Δυστυχώς σήμερα ένας ασθενής χρειάζεται κατά μέσο όρο 4,7 χρόνια για να λάβει μια επίσημη διάγνωση του συνδρόμου Sjögren.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι δεν εμφανίζουν όλοι οι ασθενείς τις ίδιες κλινικές εκδηλώσεις, επομένως δεν είναι ίδια η φαρμακευτική αγωγή για όλους, αλλά εξατομικεύεται. Για αυτό απαιτείται τακτική κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση από εξειδικευμένο πάροχο υγείας, που είναι ο ρευματολόγος.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη διάγνωση βοηθά σημαντικά στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της νόσου και στην διατήρηση της ποιότητας ζωής του ασθενή.

Το ηλιακό φως είναι μια βασική πηγή φωτός και θερμότητας για τη ζωή στη γη. Αποτελείται από Υπεριώδη (UV), ορατή και υπέρυθρη ακτινοβολία .

Η εξάντληση του στρατοσφαιρικού όζοντος και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, οδηγούν σε αυξημένη έκθεση σε υπεριώδεις (UV) ζώνες κύματος, ειδικά στην περιοχή UVB (280-320 nm).

Εκτός από τα ευεργετικά αποτελέσματα της έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία, (όπως η παραγωγή βιταμίνης D, κ.ά.), μπορεί επίσης να έχει αρνητικές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία.

Επιπτώσεις ηλιακού φωτός:

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, οι επιστήμονες σε όλο τον κόσμο έχουν διερευνήσει πώς η υπεριώδης ακτινοβολία (UVR) επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα.

Αλλά σήμερα αυξάνονται τα στοιχεία υπέρ της πολλαπλής ανοσοενεργοποίησης και συστηματικής αντίδρασης του οργανισμού (Nat Rev Immunol. 2019 Nov)

Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα, είναι η επαγόμενη από την υπεριώδη ακτινοβολία ανοσοκαταστολή, μια ελαττωματική ανοσοαπόκριση που προκαλείται από την υπεριώδη ακτινοβολία που επηρεάζει πρώτα το δέρμα και μετά ολόκληρο το σώμα.

Η υπεριώδης ακτινοβολία οδηγεί σε μια σύνθετη αλληλουχία γεγονότων στο δέρμα που δημιουργεί ποικίλες φλεγμονώδεις αλλαγές ανάλογα με τον στόχο (Σχήμα 1).

pict

Αυτές οι ανοσολογικές διεργασίες εκδηλώνονται ως: υπεραιμία, υπεραλγησία και φλεγμονή, τα οποία μπορεί να προκύψουν από την έκθεση σε διαφορετικά μήκη κύματος UV.

Η υπεριώδης ακτινοβολία καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα με πολλούς τρόπους:

  • αναστέλλει την παρουσίαση αντιγόνου
  • διεγείρει την απελευθέρωση ανοσοκατασταλτικών κυτοκινών
  • διεγείρει τη δημιουργία T-λεμφοκυττάρων του ρυθμιστικού υποτύπου (T- reg)

Το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής στρέφεται προς τα ρυθμιστικά Τ λεμφοκύτταρα που είναι υπεύθυνα για την τοπική και συστηματική ανοσοκατασταλτική απόκριση υπό την επίδραση του ηλιακού φωτός.

Ο ρόλος των ρυθμιστικών Τ κυττάρων σε αυτοάνοσα νοσήματα έχει μελετηθεί καλά σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ).

Ο κύριος μοριακός στόχος για την επαγόμενη από την υπεριώδη ακτινοβολία ανοσοκαταστολή είναι η βλάβη του DNA που προκαλείται από την υπεριώδη ακτινοβολία.

Ποια υπεριώδης ακτινοβολία μπορεί να αποδυναμώσει το ανοσοποιητικό σύστημα;

Σε πειραματόζωα, η έκθεση σε ακτινοβολία UV-B προκαλεί επιλεκτικές αλλαγές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, οι οποίες είναι κυρίως με τη μορφή καταστολής των φυσιολογικών ανοσοαποκρίσεων.

Παρά την κλινική αναγνώριση της φωτοευαισθησίας, οι μηχανισμοί για την ευαισθησία στην έκθεση της υπεριώδους ακτινοβολίας παραμένουν ασαφείς.

Γενικά τα μεγαλύτερα μήκη κύματος, όπως η UVA, η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει θεραπευτική δυνατότητα σε ασθενείς με ΣΕΛ, διεισδύουν πιο βαθιά στο δέρμα, φτάνοντας στο χόριο, ενώ η UVB απορροφάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα κερατινοκύτταρα της επιδερμίδας. Η UVC σπάνια φτάνει στο δέρμα καθώς απορροφάται κυρίως από το ατμοσφαιρικό όζον.

Αυτοάνοσα και υπεριώδης ακτινοβολία:

Ειδικότερα, όσον αφορά τα αυτοάνοσα νοσήματα, τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από περιβαλλοντικούς παράγοντες, η ευαισθησία στην υπεριώδη ακτινοβολία (φωτοευαισθησία) είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό πολλών από αυτά, συμπεριλαμβανομένου του συστηματικού και δερματικού ερυθηματώδους λύκου (SLE και CLE, αντίστοιχα), της δερματομυοσίτιδας και περιστασιακά του συνδρόμου Sjögren.

Η αναφερόμενη συχνότητα φωτοευαισθησίας φτάνει έως και 93% σε ασθενείς με λύκο, ανάλογα με την υποκείμενη παθολογία της νόσου, προτείνεται να είναι περίπου 50% στη δερματομυοσίτιδα και είναι ελάχιστα τεκμηριωμένη, αλλά αναφέρεται στο σύνδρομο Sjögren.

Οι ασθενείς με αυτά τα νοσήματα μπορεί να εκδηλώσουν ποικίλες δερματικές αντιδράσεις, όπως ερύθημα, φλεγμονώδεις βλάβες έως μέτριες εκθέσεις και σοβαρή φλεγμονή του δέρματος και εξάρσεις συστηματικής νόσου (ειδικά στον ΣΕΛ) σε μεγαλύτερες εκθέσεις .

Επιστημονικά δεδομένα και δεδομένα αναφοράς περιστατικών υποστηρίζουν μια σχέση μεταξύ της έκθεσης σε UVB και της πρόκλησης εξάρσεων συστηματικής νόσου σε ασθενείς με Α.Ν.

Η επιδημιολογική έρευνα δείχνει μια αναλογική αλληλεξάρτηση γεωγραφικού πλάτους και επικράτηση αυτοάνοσων ασθενειών όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας (MS), ο ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης (IDDM) και η ρευματοειδής αρθρίτιδα (RA). Σε αυτή τη βάση εδραιώνεται μια υπόθεση ότι η υπεριώδης ακτινοβολία είναι ένας παράγοντας κινδύνου για ΣΔ.

Μια κροατική επιδημιολογική μελέτη για τη συστημική σκλήρυνση (SSc) έδωσε αποτελέσματα σύμφωνα με την υπόθεση ότι υπάρχει υψηλότερος επιπολασμός της SSc στις μεσογειακές περιοχές της Κροατίας.

Τέτοιες ανακαλύψεις ενθάρρυναν περαιτέρω μελέτες που διαπίστωσαν ότι όχι μόνο τα ρυθμιστικά Τ κύτταρα είναι υπεύθυνα για μια συστηματική ανοσοτροποποιητική απόκριση, αλλά ότι εμπλέκεται ένα πολύπλοκο διαδραστικό δίκτυο ανοσοκυττάρων και μεσολαβητών όπως κυτοκίνες, νευροπεπτίδια κ.ά.

Συμπερασματικά

Τα σημερινά ευρήματα απαιτούν συνεχή έρευνα σχετικά με τη σημασία της UVR στον επιπολασμό αυτοάνοσων νοσημάτων και στην ανοσοπαθοφυσιολογία.

Τέλος, είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση εάν η υπεριώδης ακτινοβολία είναι προστατευτικός παράγοντας για ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα ή παράγοντας κινδύνου για την επαγωγή τους.